Top
Καταθλιπτικές διαταραχές: Πόσο συχνές είναι στην εποχή μας; - Κρητικού Μαρίνα
fade
7966
post-template-default,single,single-post,postid-7966,single-format-image,eltd-core-1.1.1,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3.6,eltd-smooth-scroll,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-sticky-header-on-scroll-down-up,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Καταθλιπτικές διαταραχές: Πόσο συχνές είναι στην εποχή μας;

Οι καταθλιπτικές διαταραχές και κυρίως η μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, είναι η νόσος που αναφέρεται πιο συχνά στις δομές ψυχικής υγείας. Έχει υπολογιστεί ότι κάθε χρονική στιγμή, τουλάχιστον το 3% του πληθυσμού, υποφέρει από χρόνια κατάθλιψη. Περισσότερο από το 17%, είχε τουλάχιστον ένα επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ζωής του και ένα ποσοστό 10% των ατόμων, ανέφερε ένα επεισόδιο τους τελευταίους 12 μήνες (Sutherland, και συν., 2003).

Έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε Καλιφόρνια και Νέα Υόρκη το 2003-2004, με δείγμα 6694 ατόμων, έδειξε ότι το ποσοστό των γυναικών με διάγνωση κατάθλιψης, ήταν 5.2%, ενώ το αντίστοιχο των αντρών, 4.6%. Ακόμα, η μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, ήταν πιο συχνή στα άτομα ηλικίας 45-54 ετών, σε διαζευγμένους ή σε άτομα που είναι σε διάσταση και σε ανέργους. Τέλος, το κάπνισμα, η παρουσία καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και η παχυσαρκία, βρέθηκε ότι σχετίζονταν με την κατάθλιψη.

Μια εξίσου σημαντική έρευνα, η οποία συμπεριέλαβε 116 μελέτες (Ferrari, και συν., 2013), έδειξε ότι η μείζονα καταθλιπτική διαταραχή ήταν πιο συχνή στις γυναίκες, ενώ η διάρκεια της νόσου ήταν κατά μέσο όρο 12 μήνες. Οι γυναίκες έχουν συνήθως πρωιμότερη έναρξη της νόσου, ενώ είναι πιο πιθανό να έχουν επαναλαμβανόμενα επεισόδια σε σχέση με τους άντρες.

Τέλος, η κατάθλιψη, που αποτελεί συνέπεια κάποιας ιατρικής νόσου θεωρείται ως μία ψυχολογική αντίδραση στη συγκεκριμένη σωματική ασθένεια (στην ουσία μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία της κατάθλιψης). Έτσι, έχει βρεθεί ότι η κατάθλιψη σχετίζεται κατά 34,3% με νόσους που δεν είναι χρόνιες, κατά 18,8% με πόνους στη μέση, κατά 16,7% με αρθρίτιδα ή ρευματισμούς, κατά 9,4% με τις ημικρανίες, ενώ σε ποσοστό 7,9% με το άσθμα. Η διάγνωση της κατάθλιψης μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο γίνεται στο 14% των ατόμων, ενώ σε άτομα με νόσο του Parkinson η κατάθλιψη εμφανίζεται σε ποσοστό 20-30% . Ως προς τις καρδιαγγειακές παθήσεις, το ποσοστό των ατόμων που εκδηλώνουν κατάθλιψη είναι 13-23%, ενώ μετά από ένα οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η διάγνωση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής έχει βρεθεί ότι προβλέπει τη θνησιμότητα για τους έξι πρώτους μήνες (Ruttley & Reid, 2006).

Ένα μοντέλο που έχει προσπαθήσει να εξηγήσει την κατάθλιψη, είναι το βιο-ψυχοκοινωνικό μοντέλο. Το βιο-ψυχοκοινωνικό μοντέλο, αναγνωρίζει την ύπαρξη καθοριστικών γενετικών, βιολογικών και αναπτυξιακών παραγόντων για την κατάθλιψη. Για παράδειγμα, η πρώιμη απώλεια ή θάνατος του γονέα, δείχνει να αυξάνει την πιθανότητα για εμφάνιση κατάθλιψης. Υπάρχουν όμως και παράγοντες του μακρο-συστήματος που επηρεάζουν τα άτομα, όπως θέματα που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον, (πχ. θόρυβος, κυκλοφοριακή συμφόρηση), αλλά και με κοινωνικές καταστάσεις, (πχ. οικονομικές συγκυρίες, κοινωνικός, αλλά και φυλετικός ρατσισμός).

 
Κρητικού Μαρίνα
Ψυχολόγος Υγείας- Οικογενειακή/Συστημική Σύμβουλος
marina.kritikou@yahoo.com

Πηγή φωτογραφίας: www.in2life.gr