Top
Τα βιώματα είναι κληρονομικά: Πώς οι εμπειρίες των προγόνων μας περνάνε στο δικό μας DNA - Κρητικού Μαρίνα
fade
8527
post-template-default,single,single-post,postid-8527,single-format-image,eltd-core-1.1.1,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3.6,eltd-smooth-scroll,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-sticky-header-on-scroll-down-up,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Τα βιώματα είναι κληρονομικά: Πώς οι εμπειρίες των προγόνων μας περνάνε στο δικό μας DNA

Τελικά οι εμπειρίες είναι κληρονομικές; Πρόσφατη έρευνα απαντά σε ένα αιώνιο ερώτημα που διχάζει τους γενετιστές και τους ψυχολόγους.

Υπάρχει ένα ανέκδοτο που λέει ότι ο Δαρβίνος και ο Φρόιντ μπήκαν σε ένα μπαρ και είδαν δύο ποντίκια, μητέρα και γιο να πίνουν τζιν. Η μητέρα του ποντικιού τους ρώτησε «Πείτε μου πώς ο γιος μου έφτασε σε αυτή τη θλιβερή κατάσταση» Ο Δαρβίνος της απάντησε «κακά γονίδια» και ο Φρόιντ «κακή μητρότητα».

Για πάνω από εκατό χρόνια, οι δύο αυτές απόψεις – η φύση και η ανατροφή ή η βιολογία και η ψυχολογία έδιναν αντίθετες εξηγήσεις για ορισμένες συμπεριφορές που παρατηρούνται όχι μόνο σε ένα άτομο, αλλά περνούν και από γενιά σε γενιά.

Το 1992, δύο νέοι επιστήμονες ακολουθώντας τα βήματα του Φρόιντ και του Δαρβίνου δημιούργησαν μια νέα επαναστατική θεωρία για το πώς οι εμπειρίες της ζωής θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα τα γονίδιά του ατόμου. Και δεν εννοούσαν μόνο τις δικές σας εμπειρίες της ζωής, αλλά και εκείνες της μητέρας σας, της γιαγιάς σας ή και πιο πίσω.

Σε μία διεθνή συνάντηση του Cajal Institute, του παλαιότερου ακαδημαϊκού κέντρου της Ισπανίας για τη μελέτη της νευροβιολογίας παρευρέθηκαν ο Μόσε Σζιφ, μοριακός βιολόγος και γενετιστής στο Πανεπιστήμιο ΜακΓκιλ στο Μόντρεαλ, ο οποίος δεν είχε ασχοληθεί ποτέ πριν με την ψυχολογία και τη νευρολογία και ο Μάικλ Μίανι νευροβιολόγος στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Από το 1970, οι ερευνητές γνώριζαν ότι τα σφιχτά πηνία του DNA στο εσωτερικό του πυρήνα κάθε κυττάρου χρειάζονται κάτι επιπλέον για να επιλέξουν ποια ακριβώς γονίδια να μεταγράψουν, είτε πρόκειται για κύτταρα της καρδιάς, είτε ηπατικά, είτε του εγκεφάλου.

Ένα τέτοιο επιπλέον στοιχείο είναι η ομάδα μεθυλίου, ένα κοινό δομικό συστατικό των οργανικών μορίων. Η μεθυλική ομάδα λειτουργεί σαν σελιδοδείκτης σε ένα βιβλίο μαγειρικής, που συνδέεται με το DNA μέσα σε κάθε κύτταρο για να επιλέξει μόνο τις συνταγές (δηλαδή τα γονίδια) που είναι αναγκαία για τις πρωτεΐνες του συγκεκριμένου κυττάρου.

Επειδή οι ομάδες μεθυλίου που συνδέονται με τα γονίδια, βρίσκονται δίπλα, αλλά ξεχωριστά από τον κώδικα διπλής έλικας του DNA, το πεδίο ονομάστηκε επιγενετικό.

Αρχικά αυτές οι επιγενετικές αλλαγές πιστεύεται ότι συμβαίνουν μόνο κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Αλλά πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι τα μοριακά κειμήλια θα μπορούσαν να προστεθούν στο DNA ακόμα και κατά την ενήλικη ζωή, ξεκινώντας έναν καταιγισμό κυτταρικών αλλαγών.

Μερικές φορές ομάδες μεθυλίου συνδέονται με το DNA, χάρη σε αλλαγές στη διατροφή, άλλες φορές, η έκθεση σε ορισμένα χημικά προϊόντα φαίνεται να είναι η αιτία. Μάλιστα ο Σφιζ απέδειξε ότι η διόρθωση επιγενετικών αλλαγών με φάρμακα θα μπορούσε να θεραπεύσει ορισμένες μορφές καρκίνου σε ζώα.

Οι γενετιστές ήταν ιδιαίτερα έκπληκτοι όταν διαπίστωσαν ότι επιγενετικές αλλαγές θα μπορούσαν να περάσουν από τους γονείς στα παιδιά, από τη μια γενιά στην άλλη.

Μια ακόμη πρόσφατη μελέτη από τον Ράντι Τζιρτλ του Πανεπιστημίου Ντιουκ έδειξε ότι όταν τα θηλυκά ποντίκια που τρέφονταν με δίαιτα πλούσια σε ομάδες μεθυλίου, η χρωστική ουσία της γούνας στους απογόνους τους μεταβαλλόταν. Χωρίς καμία αλλαγή στο DNA θα μπορούσαν να προστεθούν ή να αφαιρεθούν ομάδες μεθυλίου και οι αλλαγές να κληρονομηθούν σαν μια μετάλλαξη στο γονίδιο.

Ωστόσο αυτό δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα: εάν η διατροφή και οι χημικές ουσίες μπορούν να προκαλέσουν επιγενετικές αλλαγές, θα μπορούσαν ορισμένες εμπειρίες – όπως η παραμέληση των παιδιών, η κατάχρηση ναρκωτικών ή άλλες σοβαρές πιέσεις – να δημιουργήσουν επιγενετικές αλλαγές στο DNA στο εσωτερικό των νευρώνων του εγκεφάλου ενός ατόμου;

Το ερώτημα αυτό κατέληξε να είναι η βάση ενός νέου πεδίου, της επιγενετικής συμπεριφοράς, που αποτελεί αφορμή για δεκάδες μελέτες και προτείνει νέες μεθόδους για να θεραπεύσει τον εγκέφαλο.

Σύμφωνα με τις νέες μελέτες της επιγενετικής συμπεριφοράς, οι τραυματικές εμπειρίες στο παρελθόν μας, ή στο παρελθόν των προγόνων μας, αφήνουν μοριακά σημάδια προσκολλημένα στο DNA μας.

Εβραίοι των οποίων οι προπαππούδες κυνηγήθηκαν από τους ναζι, Κινέζοι των οποίων οι παππούδες έζησαν τα δεινά της Πολιτιστικής Επανάστασης, νέοι μετανάστες από την Αφρική των οποίων οι γονείς επέζησαν από σφαγές, ή ενήλικες κάθε εθνικότητας που μεγάλωσαν με γονείς αλκοολικούς ή τοξικομανείς, όλοι τους κουβαλάνε μαζί τους κάτι περισσότερο από αναμνήσεις.

Όπως το αλάτι μένει στα βράχια όταν υποχωρεί το κύμα, έτσι και οι εμπειρίες μας, και εκείνες των προγόνων μας, δεν έχουν φύγει, ακόμα κι αν έχουν ξεχαστεί. Γίνονται μέρος της ζωής μας, ένα μοριακό κατάλοιπο στις γενετικές σκαλωσιές μας.

Ετσι σύμφωνα με τους ερευνητές, το DNA παραμένει ίδιο, αλλά οι ψυχολογικές και συμπεριφορικές τάσεις κληρονομούνται. Μπορεί για παράδειγμα να μην έχετε κληρονομήσει μόνο τα ψηλά πόδια της γιαγιάς σας, αλλά και την προδιάθεση της προς την κατάθλιψη που προκλήθηκε από την παραμέληση που υπέστη ως νεογέννητο.