Top
Ρευματικές παθήσεις: Στόχος η πρώιμη διάγνωση - Κρητικού Μαρίνα
fade
8579
post-template-default,single,single-post,postid-8579,single-format-image,eltd-core-1.1.1,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3.6,eltd-smooth-scroll,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-sticky-header-on-scroll-down-up,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Ρευματικές παθήσεις: Στόχος η πρώιμη διάγνωση

Η σημασία της πρώιμης διάγνωσης των ρευματικών νοσημάτων και της έγκαιρης πρόσβασης των πασχόντων στη θεραπεία, ώστε να μειωθούν οι επιπτώσεις στα άτομα και στην κοινωνία και να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των ασθενών είναι το κεντρικό μήνυμα της μεγάλης ενημερωτικής εκστρατείας του κοινού  για τις Ρευματικές Παθήσεις, που οργανώνει η Ελληνική Ρευματολογική Εταιρεία. Tην ίδια ώρα ωστόσο, η οικονομική κρίση συμπιέζει διαρκώς τη δαπάνη των φαρμάκων, επηρεάζοντας λιγότερο ή περισσότερο την πρόσβαση των ασθενών στις κατάλληλες θεραπείες.

Oι ρευματικές παθήσεις (ΡΠ) προσβάλλουν περίπου το ένα τέταρτο των πολιτών της Ε.Ε., προκαλώντας μία τις υψηλότερες δαπάνες στα δημόσια συστήματα Υγείας. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Έτσι, οι Ρευματικές Παθήσεις αποτελούν στη χώρα μας την πρώτη αιτία χρόνιου προβλήματος υγείας, μακροχρόνιας και βραχυχρόνιας ανικανότητας, ιατρικών επισκέψεων καθώς και τη δεύτερη κατά σειρά αιτία χρήσης φαρμάκων, με ή χωρίς ιατρική συνταγή.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι μόνο για την αντιμετώπιση της αρθρίτιδας στην Ευρώπη, δαπανώνται ετησίως πάνω από 240 δις ευρώ, λόγω του κόστους της υγειονομικής περίθαλψης, των αναρρωτικών αδειών και της πρόωρης συνταξιοδότησης. Και το αύριο, φαντάζει ακόμη πιο δυσοίωνο. Ο οικονομικός αντίκτυπος των παθήσεων αυτών αναμένεται να αυξηθεί πολύ στο μέλλον λόγω των δημογραφικών αλλαγών (γήρανση του πληθυσμού), αλλά  και λόγω των αλλαγών στον τρόπο ζωής (παχυσαρκία, έλλειψη άσκησης κ.λπ.).

Κρίση & ρευματικά νοσήματα

Σήμερα ο κοινά αποδεκτός θεραπευτικός στόχος που προσπαθούν να επιτύχουν οι ρευματολόγοι, είναι η επίτευξη ύφεσης ή έστω νόσου χαμηλής ενεργότητας. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με πρώιμη διάγνωση, χορήγηση βιολογικών παραγόντων σε όσους ασθενείς δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική θεραπεία και με συχνή και στενή παρακολούθηση.

Ωστόσο, μελέτες στην Ελλάδα της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης καταγράφουν προβλήματα στην πρόσβαση των ασθενών στον ρευματολόγο και στα απαραίτητα φάρμακα. Παράλληλα, έχει μειωθεί η δυνατότητα των νοικοκυριών να χρηματοδοτούν ιδιωτικά τις ανάγκες τους, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Πιο συγκεκριμένα, όπως σημείωσε ο ρευματολόγος, διευθυντής ΕΣΥ στο Ιπποκράτειο της Θεσσαλονίκης, πρόεδρος της  Ελληνικής Ρευματολογικής Εταιρείας- Επαγγελματικής Ένωσης Ρευματολόγων Ελλάδος, κ. Σπύρος Ασλανίδης, στο πλαίσιο προσυνεδριακής εκδήλωσης των «Εαρινών Ημερών Ρευματολογίας 2014», «οι βιολογικοί παράγοντες στην Ελλάδα αποζημιώνονται πλήρως για τους ασφαλισμένους ασθενείς, όχι όμως και για τους ανασφάλιστους, που αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα πρόσβασης στη θεραπεία. Οι όποιες εθελοντικές πρωτοβουλίες παροχής υπηρεσιών υγείας σε ανασφάλιστους είναι σποραδικές και με budget που δεν επαρκούν για να καλύψουν τις υπάρχουσες ανάγκες. Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί επίσης η πρόσβαση στους ειδικούς ρευματολόγους, η οποία σε κάποιες περιοχές είναι ιδιαίτερα δύσκολη, λόγω της άνισης κατανομής των ρευματολόγων στην ελληνική επικράτεια».

Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τους συνολικά 360 περίπου Έλληνες ρευματολόγους μόνο το 10% υπηρετεί σε Νοσοκομεία του ΕΣΥ ή Πανεπιστημιακές Κλινικές (κυρίως στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις Πανεπιστημιακές Κλινικές της επαρχίας), ενώ αβέβαιη παραμένει η παραμονή ρευματολόγων (20% του συνολικού αριθμού τους) στις κρατικές δομές της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μετά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις (ΠΕΔΥ). Έτσι, οι περισσότεροι ρευματολόγοι απασχολούνται στο ιδιωτικό τους ιατρείο, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Ο πρόεδρος της ΕΡΕ, μίλησε επίσης για τις δραστικές περικοπές που έχουν συντελεστεί στη φαρμακευτική δαπάνη, τόνισε ωστόσο ότι στα χρόνια της κρίσης παρατηρείται και αλλαγή της συνταγογραφικής συμπεριφοράς και των ίδιων των γιατρών. Η συνταγογράφηση των βιολογικών παραγόντων, από 45% που ήταν το 2012, έπεσε στο 27% τον Νοέμβριο του 2013, ενώ έχει παρατηρηθεί ότι πραγματοποιούνται περισσότερες εναλλαγές θεραπειών, πριν τη στροφή στους βιολογικούς παράγοντες.

Σημαντικές δυσκολίες σε Ισπανία- Ιταλία

Οι δυσκολίες πρόσβασης των ρευματοπαθών στη θεραπεία δεν είναι αποκλειστικό «προνόμιο» της Ελλάδας. Όπως υπογράμμισε, μιλώντας στην ίδια εκδήλωση, ο  Καθηγητής Ρευματολογίας, επικεφαλής του Ρευματολογικού Τμήματος στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λα Παζ στην Ισπανία, Emilio Martin Μola, προτού η οικονομική κρίση χτυπήσει την πόρτα της Ευρώπης, το ισπανικό κράτος παρείχε στο 100% των πολιτών του υπηρεσίες υγείας εντελώς δωρεάν. Δεν μιλούσε κανείς για συνασφάλιση (copayment), καθώς οποιαδήποτε επιπλέον πληρωμή θεωρείτο καταβολή χρημάτων για ήδη πληρωμένες (μέσω της φορολόγησης) υπηρεσίες (repayment). Ωστόσο, μετά την κρίση, οι συνταξιούχοι άρχισαν να πληρώνουν συμμετοχή 9-60 ευρώ για τη θεραπεία τους. Αυτοί δηλαδή που χρειάζονται περισσότερο τα φάρμακα, λόγω συννοσηροτήτων, πρέπει να πληρώσουν για αυτά.

Βέβαια, στην Ισπανία, η πολιτική υγείας και φαρμάκων είναι κατακερματισμένη και διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή (ανάλογα με τις αποφάσεις των τοπικών κυβερνήσεων). Ωστόσο, ο κ. Mola έκανε σαφές ότι στην Ισπανία δεν υπάρχει ασθενής που να έχει ανάγκη από κάποια βιολογική θεραπεία και να μην τη λαμβάνει. Σε ορισμένες πολιτείες όμως, όπως π.χ. στη Μαδρίτη, υπάρχει όριο στη δαπάνη που μπορεί να ξοδευτεί ανά ασθενή. Για τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα, το ποσό αυτό είναι 7500 ευρώ ετησίως, για την ψωριασική αρθρίτιδα 9300 ευρώ τον χρόνο και για την αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα 9600 ευρώ ετησίως.

Για παρόμοιους λόγους, και στην Ιταλία εντοπίζονται διαφορές στην κάλυψη των πασχόντων από ρευματικά νοσήματα, μεταξύ των διαφόρων διοικητικών περιφερειών. «Η αδυναμία αυτές οι διαφορές να ξεπεραστούν, έχει σαν αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς που έχουν ανάγκη θεραπείας, να μην έχουν πρόσβαση σε αυτήν. Το θέμα δεν είναι να ξοδεύουμε λιγότερα, αλλά να ξοδεύουμε με τον σωστό τρόπο, ώστε να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα», τόνισε ο γιατρός Alberto Migliore, αντιπροσωπεύοντας την Ιταλική Εταιρεία Ρευματολογίας. Ο ίδιος τόνισε ότι την Ιταλία έχει μειωθεί ο αριθμός των θέσεων ειδικότητας για ρευματολόγους, παρόλο που ο χρόνος της λήψης ειδικότητας στη Ρευματολογία έπεσε από τα 5 στα 4 έτη.

Ζητούμενο και στην Ιταλία, όπως και στην Ελλάδα, είναι η έγκαιρη παραπομπή στον ρευματολόγο, μέσα σε διάστημα μικρότερο των 30 ημερών από την έναρξη των συμπτωμάτων.  Μέχρι σήμερα, το πρωτόκολλο αυτό έχει εφαρμοστεί μόνο στην περιφέρεια της Τοσκάνης.

«Η έγκαιρη παραπομπή είναι το κλειδί», σημείωσε με τη σειρά του ο πρόεδρος της ΕΡΕ, κ. Σπύρος Ασλανίδης.

Το Εθνικό Σχέδιο δράσης για τις ρευματικές παθήσεις

H ΕΡΕ-ΕΠΕΡΕ, σε συνεργασία με τις Ενώσεις ασθενών με ρευματοπάθειες και ειδικούς επιστήμονες ανέλαβε τη σύνταξη και προώθηση του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τις Ρευματικές Παθήσεις». Κεντρικός στόχος της πρωτοβουλίας είναι η αφύπνιση της πολιτείας και της κοινωνίας για την πρώιμη διάγνωση και την έγκαιρη και ορθή θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με ρευματικές παθήσεις, ώστε να μειωθεί η κοινωνική, οικονομική, ασφαλιστική, οικογενειακή και προσωπική επιβάρυνση που προκαλούν οι ασθένειες αυτές.

Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης περιλαμβάνει 7 άξονες:

  • Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού για τις ρευματικές παθήσεις.
  • Δράσεις προς φορείς πολιτικών υγείας (υγειονομικός χάρτης, κατευθυντήριες οδηγίες, θεραπευτικά και διαγνωστικά πρωτόκολλα κ.λπ.).
  • Ανάπτυξη αρχείων καταγραφών ασθενών (registries).
  • Βελτίωση των παροχών υπηρεσιών υγείας, προσβασιμότητα, διάθεση φαρμάκων, κώδικας ανικανότητας.
  • Εθελοντισμό, δράσεις και συνεργασία με σχετικούς φορείς για την κάλυψη ανασφάλιστων και μεταναστών.
  • Εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, των ασθενών και των οικογενειών τους.
  • Έρευνα για τις ρευματικές παθήσεις και τις συνέπειες τους.

Οι συχνότερες ρευματικές παθήσεις

Oι συχνότερες Ρευματικές Παθήσεις είναι η οστεοαρθρίτιδα, οι φλεγμονώδεις ρευματικές παθήσεις (ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα κ.λπ.), η ουρική αρθρίτιδα, τα διάχυτα νοσήματα του συνδετικού ιστού (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σκληρόδερμα κ.λπ.), η οστεοπόρωση και οι παθήσεις του εξωαρθρικού ρευματισμού (περιαρθρίτιδες, ινομυαλγία κ.λπ.).

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι πάσχουν από Ρευματοειδή Αρθρίτιδα τουλάχιστον 67.000 άτομα και από Σπονδυλαρθρίτιδες τουλάχιστον 49.000 άτομα.

Πηγή: http://lifepositive.gr