Top
Νεότερες εξελίξεις στη νόσο Alzheimer και σύγχρονη αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων - Κρητικού Μαρίνα
fade
9281
post-template-default,single,single-post,postid-9281,single-format-image,eltd-core-1.1.1,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3.6,eltd-smooth-scroll,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-sticky-header-on-scroll-down-up,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Νεότερες εξελίξεις στη νόσο Alzheimer και σύγχρονη αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων

Τα νεότερα και πιο πρόσφατα δεδομένα για τη νόσο συζητήθηκαν σε Συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε το Πανελλήνιο Ινστιτούτο Νευροεκφυλιστικών Νοσημάτων, στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας νόσου Αλτσχάιμερ.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε για την εξέλιξη της νόσου, το φορτίο των περιθαλπόντων, τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και τις φαρμακευτικές και μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις που μπορούν βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της νόσου.

Η γνώμη των ειδικών

Η Ελισσάβετ Καπάκη, Ιατρός Νευρολόγος, Aναπληρώτρια Καθηγήτρια Νευρολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, δήλωσε σχετικά με την εξέλιξη της νόσου: «Η άνοια αποτελεί ένα πολύπλευρο πρόβλημα το οποίο μεγαλώνει με το πέρασμα των χρόνων. Σήμερα υπάρχουν πάνω από 200.000 ασθενείς με άνοια στην Ελλάδα, περίπου 10.000.000 στην Ευρώπη και 36.000.000 ασθενείς παγκοσμίως. Λόγω της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης οι αριθμοί αυτοί αναμένεται να τριπλασιαστούν μέχρι το 2050. Η πιο συχνή μορφή άνοιας είναι η νόσος Αλτσχάιμερ. Τα κλινικά συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μετά την ηλικία των 65 χρόνων και η επίπτωση και ο επιπολασμός της νόσου αυξάνονται δραματικά με την ηλικία, παρουσιάζοντας διπλασιασμό της συχνότητας εμφάνισής της κάθε 5 χρόνια. Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου για άτομα άνω των 65 ετών παρουσιάζοντας αύξηση 68% σε σχέση με το 2000».

Η Παρασκευή Σακκά, Ιατρός Νευρολόγος – Ψυχίατρος, Διευθύντρια Ιατρείου Μνήμης Νοσοκομείου «Υγεία», Πρόεδρος της Εταιρίας Νόσου Αλτσχάιμερ και Συναφών Διαταραχών Αθηνών, δήλωσε σχετικά με τη νόσο και το φορτίο των περιθαλπόντων: «Η άνοια, με πιο συχνή μορφή τη νόσο Αλτσχάιμερ, αποτελεί πρόβλημα ιατρικό, κοινωνικό και οικονομικό και χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες ως η επιδημία του 21ου αιώνα. Το κόστος της άνοιας παγκοσμίως (έμμεσο και άμεσο) ήταν 604 δισ. δολάρια για το 2010 και κάθε χρόνο αυξάνεται δραματικά. Πρέπει και έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού για την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση της άνοιας. Στην Ελλάδα, 400.000 περιθάλποντες παρέχουν καθημερινά φροντίδα στους ανθρώπους με άνοια, επωμιζόμενοι ένα τεράστιο πρακτικό, οικονομικό και ψυχικό φορτίο. Φορτίο που με την εξέλιξη της νόσου και τη μετάβαση του ασθενή από το ήπιο στάδιο προς το μέτριο και το σοβαρό πολλαπλασιάζεται. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία για το οικογενειακό περιβάλλον και τους περιθάλποντες, η παραμονή των ασθενών όσο γίνεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στα ηπιότερα στάδια της νόσου».

H Μάγδα Τσολάκη, Ιατρός Νευρολόγος – Ψυχίατρος, Καθηγήτρια Νευρολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer, δήλωσε σχετικά με την αντιμετώπιση της νόσου: «Οι σωστές έγκαιρες μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις μειώνουν το φορτίο επιβάρυνσης των περιθαλπόντων και τους καθιστούν ικανούς για την καλύτερη αντιμετώπιση του ασθενούς. Για την καλύτερη αντιμετώπιση της νόσου Αλτσχάιμερ έχει τεράστια σημασία η έγκαιρη διάγνωση της νόσου. Είναι πολύ σημαντικό οι ηλικιωμένοι ασθενείς που παρουσιάζουν κάποιες ήπιες διαταραχές είτε στις νοητικές τους λειτουργίες (Μνήμη, Λόγος, Προσανατολισμός, Προσοχή, Συγκέντρωση, Λύση προβλημάτων), είτε στη διάθεσή τους και στην κοινωνική τους ζωή να πηγαίνουν έγκαιρα στο γιατρό τους μαζί με τον περιθάλποντα τους.

Όταν η διάγνωση της ήπιας άνοιας είναι πραγματικότητα υπάρχει ένα τρίπτυχο παρεμβάσεων που μπορεί να βοηθήσει και τον ασθενή και τον περιθάλποντα, έτσι ώστε να μην αλλάξει σημαντικά η ζωή τους για όσο μεγαλύτερο διάστημα αυτό είναι δυνατό.
Η εκπαίδευση των ασθενών και των περιθαλπόντων και η ψυχολογική τους στήριξη –είτε στα Κέντρα Ημέρας είτε μέσω διαδικτύου- είναι η πρώτη παράμετρος, οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις των ασθενών με νοητικές και σωματικές ασκήσεις – είτε στα Κέντρα Ημέρας είτε μέσω διαδικτύου- είναι η δεύτερη παράμετρος και η αποτελεσματική φαρμακευτική αγωγή είναι η τρίτη και ίσως η πιο σημαντική παράμετρος σήμερα και ελπίζουμε να γίνει ακόμη πιο σημαντική στο μέλλον. Θεραπείες που επιτρέπουν τη γρήγορη και έγκαιρη κλιμάκωση θεραπείας και την επίτευξη πολύ υψηλών δόσεων φαρμάκου όπως το νέο διαδερμικό αυτοκόλλητο ριβαστιγμίνης των 13,3mg αποτελεί ένα πολύ σημαντικό όπλο στα χέρια των ιατρών».

Διάγνωση και θεραπεία στη νόσο Αλτσχάιμερ

Ιδιαίτερη σημασία έχει η έγκαιρη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ και η υποστήριξη των ασθενών και των περιθαλπόντων με την εκπαίδευσή τους, την ψυχολογική υποστήριξη, και τις μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις με νοητικές και σωματικές ασκήσεις των ασθενών.
Μετά την έγκαιρη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ φαίνεται μακροπρόθεσμα, πως η επίτευξη υψηλών θεραπευτικών δόσεων των αναστολέων χολινεστερασών από την αρχή της θεραπείας οδηγεί σε μεγαλύτερη καθυστέρηση της επιδείνωσης της νόσου.

Δυστυχώς, αυτή η επίτευξη δεν είναι εύκολα εφικτή λόγω προβλημάτων ανοχής που εμφανίζονται με τις από του στόματος χορηγούμενες μορφές στην πλειοψηφία των ασθενών. Όμως η φαρμακοκινητική του διαδερμικού αυτοκόλλητου ριβαστιγμίνης επιτρέπει την επίτευξη υψηλότερων δόσεων γρηγορότερα και με πολύ καλύτερη ανοχή. Ως εκ τούτου η μοναδική φαρμακοκινητική του, επιτρέπει την προοπτική ενός επιπρόσθετου βήματος, την πρόσβαση σε δόσεις που δεν διατίθενται στις από του στόματος χορηγούμενες μορφές, όπως είναι το διαδερμικό αυτοκόλλητο των 13,3mg.

Το διαδερμικό αυτοκόλλητο ριβαστιγμίνης των 13,3mg είναι ένα νέο θεραπευτικό βήμα που σε ασθενείς ήπιας και μέσης βαρύτητας άνοια προσφέρει 55% μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με το διαδερμικό αυτοκόλλητο των 9,5mg στη διατήρηση της γνωστικής λειτουργίας και 46% μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στις καθημερινές δραστηριότητες των ασθενών για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών μετά από την έναρξη χορήγησής του.

 

Πηγή: http://www.iatronet.gr