Top
Αλτσχάιμερ: Η πρόληψη αρχίζει στα 40 - Κρητικού Μαρίνα
fade
10453
post-template-default,single,single-post,postid-10453,single-format-image,eltd-core-1.1.1,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3.6,eltd-smooth-scroll,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-sticky-header-on-scroll-down-up,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-5.0.1,vc_responsive

Αλτσχάιμερ: Η πρόληψη αρχίζει στα 40

Πολλές ασθένειες όπως ο διαβήτης, η καρδιοπάθεια και η αρθρίτιδα είναι πολυπαραγοντικές, δηλαδή για την εμφάνιση και την εξέλιξή τους «συνεργάζονται» γενετικοί, περιβαλλοντικοί αλλά και σχετικοί με τον τρόπο ζωής παράγοντες.

Η σημασία αυτών των παραγόντων μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο.

Η νόσος Aλτσχάιμερ είναι μία από τις πολυπαραγοντικές ασθένειες.

Ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξή της είναι η ηλικία, ενώ ρόλο φαίνεται ότι παίζουν πλήθος ασθενειών που προκαλούν βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία και στον εγκέφαλο, το πόσο δραστήριο κρατά κανείς το μυαλό του και, σε μερικές περιπτώσεις, η κληρονομικότητα.

Αν και δεν μπορεί να ελεγχθούν όλοι οι παράγοντες κινδύνου, μπορούμε να τροποποιήσουμε μερικούς από αυτούς, ώστε να μειωθούν οι πιθανότητες εκδηλώσεως Αλτσχάιμερ αργότερα στη ζωή.

Ωστόσο, για να είναι αποδοτική η πρόληψη πρέπει να αρχίζει νωρίς, στη μέση ηλικία.

Τι δεν αλλάζει…

Η ηλικία είναι ο σημαντικότερος γνωστός παράγοντας κινδύνου για τη νόσο Aλτσχάιμερ. Ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου διπλασιάζεται κάθε 5 χρόνια πάνω από την ηλικία των 65 ετών.

Από διάφορες μελέτες έχει υπολογισθεί ότι περίπου οι μισοί άνθρωποι άνω των 85 ετών πάσχουν από Aλτσχάιμερ. Αυτά τα στοιχεία είναι σημαντικά λόγω της αύξησης του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών, ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες χώρες όπως είναι η Ελλάδα.

Η γενετική προδιάθεση είναι ένας άλλος γνωστός παράγοντας κινδύνου που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, αλλά αφορά ένα πολύ μικρό ποσοστό, λιγότερο από 5% του συνολικού αριθμού των ασθενών.

Η νόσος Aλτσχάιμερ μπορεί να χωριστεί στην πρώιμης έναρξης και στην όψιμης έναρξης.

Η πρώιμης έναρξης είναι αυτή που οφείλεται σε μεταλλάξεις σε ορισμένα γονίδια, αλλά αποτελεί μια σπανιότατη μορφή της νόσου που πλήττει ανθρώπους ηλικίας 30-60 ετών. Ένα άτομο έχει 50% πιθανότητες να αναπτύξει τη νόσο εάν ένας από τους γονείς του φέρει κάποια από αυτές τις μεταλλάξεις.

Η όψιμης έναρξης νόσος Aλτσχάιμερ είναι η συνηθέστερη μορφή και αναπτύσσεται μετά την ηλικία των 65 ετών.

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι συγκεκριμένες μορφές του γονιδίου μιας πρωτεΐνης που λέγεται απολιποπρωτεΐνη Ε (ΑpoE) μπορεί να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου:

* Η ApoEε2, η σπανιότερη μορφή της πρωτεΐνης αυτής, μπορεί να προσφέρει κάποια προστασία

* Η ApoEε3, η συχνότερη μορφή, παίζει ουδέτερο ρόλο

* Η ApoEε4, που ανευρίσκεται σε περίπου 40% των ασθενών με νόσο Aλτσχάιμερ, φαίνεται ότι αυξάνει τον κίνδυνο. Ωστόσο, θα πρέπει εδώ να ξεκαθαριστεί ότι η ύπαρξη αυτού του γονιδίου σε έναν άνθρωπο δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε θα εμφανίσει νόσο Aλτσχάιμερ, αλλά ότι έχει αυξημένες πιθανότητες να την εμφανίσει.

Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι που αναπτύσσουν τη νόσο δεν είναι φορείς του συγκεκριμένου γονιδίου.

Πριν από μερικούς μήνες ανακοινώθηκαν δύο μεγάλες γενετικές έρευνες, οι οποίες αναγνωρίζουν τη συμβολή τριών νέων γονιδίων στην εμφάνιση της όψιμης έναρξης νόσου Αλτσχάιμερ.

Οι ερευνητές τώρα βρίσκονται σε εντατική αναζήτηση και άλλων γονιδίων που μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο νόσησης. Η ανακάλυψη τέτοιων γονιδίων είναι απαραίτητη για την κατανόηση των αιτίων της νόσου και θα βοηθήσει στη δημιουργία νέων φαρμάκων και άλλων στρατηγικών πρόληψης και θεραπείας.

… και τι αλλάζει

Πρόσφατες έρευνες υποδηλώνουν ότι η διατήρηση ενός συνολικά υγιεινού τρόπου ζωής μπορεί να μειώνει τις πιθανότητες ανάπτυξης σοβαρών νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της νόσου Aλτσχάιμερ.

Οι επιστήμονες μελετούν έναν αριθμό παραγόντων που αφορούν τη συνολική υγεία, τον τρόπο ζωής και το περιβάλλον και οι οποίοι θα μπορούσαν να «κάνουν τη διαφορά».

Οι παράγοντες αυτοί είναι:

*Χοληστερίνη και ομοκυστεΐνη. Μελέτες σε πειραματόζωα αλλά και σε ανθρώπους έχουν συσχετίσει τον κίνδυνο για εμφάνιση νόσου Aλτσχάιμερ με υψηλές τιμές χοληστερίνης στο αίμα. Αυτή η ανακάλυψη οδήγησε τους επιστήμονες να αναρωτηθούν αν τα φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα χοληστερίνης θα μπορούσαν να μειώσουν επίσης τον κίνδυνο για Aλτσχάιμερ και άνοια γενικότερα, μέχρι στιγμής όμως οι μελέτες δεν έχουν επιβεβαιώσει αυτήν την υπόθεση.

Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι υψηλά επίπεδα του αμινοξέος ομοκυστεΐνη στο αίμα συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας. Τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης είναι γνωστό ότι αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιακής νόσου και μελέτες σε ποντίκια έχουν δείξει ότι υψηλά επίπεδα αυτού του αμινοξέος προκαλούν θάνατο των κυττάρων του εγκεφάλου. Η συσχέτιση μεταξύ ομοκυστεΐνης και κινδύνου για Aλτσχάιμερ είναι σημαντική, διότι τα επίπεδα του αμινοξέος αυτού στο αίμα μπορούν να μειωθούν με την αύξηση της κατανάλωσης ορισμένων βιταμινών (φυλλικό οξύ, Β6 και Β12).

*Υπέρταση. Είναι γνωστό ότι ακόμη και σε σχετικά υγιή ηλικιωμένα άτομα η υψηλή αρτηριακή πίεση και άλλοι αγγειακοί παράγοντες κινδύνου, όπως ο διαβήτης και η καρδιαγγειακή νόσος, μπορεί να βλάψουν τα αγγεία του εγκεφάλου και να μειώσουν την παροχή οξυγόνου σε αυτόν, με αποτέλεσμα έκπτωση μνήμης και άλλων νοητικών λειτουργιών.

*Διαβήτης και αντίσταση στην ινσουλίνη. Μεγάλες μελέτες δείχνουν ότι ο σακχαρώδης διαβήτης σχετίζεται με διάφορους τύπους άνοιας, συμπεριλαμβανομένης της νόσου Aλτσχάιμερ και της αγγειακής άνοιας (μια μορφή άνοιας που σχετίζεται με εγκεφαλικά επεισόδια, μεγάλα ή μικρά).

Η νόσος Aλτσχάιμερ και ο τύπου 2 διαβήτης μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως η αύξηση της συχνότητάς τους με την ηλικία, η γενετική προδιάθεση και η εναπόθεση δύο διαφορετικών βλαπτικών πρωτεϊνών (στον εγκέφαλο στην περίπτωση της Aλτσχάιμερ και στο πάγκρεας στην περίπτωση του διαβήτη).

Η μη φυσιολογική ρύθμιση του σακχάρου (γλυκόζης) που αποτελεί στοιχείο-κλειδί για τον διαβήτη, μπορεί επίσης να εμπλέκεται στην παθογένεια της νόσου Aλτσχάιμερ.

Οι επιστήμονες μαθαίνουν συνεχώς περισσότερα για την πιθανή σχέση μεταξύ νόσου Aλτσχάιμερ και διαβήτη. Τα διαβητικά άτομα εμφανίζουν 65% αύξηση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου σε σχέση με τα μη διαβητικά άτομα. Μένει να ερευνηθεί εάν τα φάρμακα που δίνονται για τη θεραπεία του διαβήτη είναι αποτελεσματικά και στη νόσο Aλτσχάιμερ.

*Νοητική ενδυνάμωση. Μεγάλες μελέτες έχουν δείξει ότι η διατήρηση του εγκεφάλου σε εγρήγορση σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.

Σε μια μελέτη, οι ερευνητές ζητούσαν περιοδικά σε περισσότερους από 700 εθελοντές να καταγράψουν τον χρόνο που αφιέρωναν σε δραστηριότητες που περιελάμβαναν: ακρόαση ραδιοφώνου, ανάγνωση εφημερίδας, σταυρόλεξα και επίσκεψη σε μουσεία.

Παρακολουθώντας τους συμμετέχοντες για 4 χρόνια, οι ερευνητές βρήκαν ότι ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου Aλτσχάιμερ ήταν κατά μέσο όρο 47% χαμηλότερος στα άτομα που ασχολούνταν συχνά με τέτοιου είδους δραστηριότητες σε σχέση με τα άτομα που ασχολούνταν λιγότερο συχνά.

Πολλές άλλες μελέτες επίσης έχουν επιβεβαιώσει αυτά τα αποτελέσματα. Επιπρόσθετα, ένας αυξανόμενος όγκος μελετών υποστηρίζει ότι όσο υψηλότερο είναι το προηγούμενο μορφωτικό επίπεδο του ασθενούς τόσο καλύτερα διατηρείται η μνήμη και η ικανότητα για μάθηση.

Σε μια άλλη μελέτη υποστηρίζεται η αξία της διά βίου μάθησης και των δραστηριοτήτων που διεγείρουν τις νοητικές ικανότητες.

Σε αυτή τη μελέτη όπου συμμετείχαν υγιείς ηλικιωμένοι καθώς και άτομα με πιθανή νόσο Aλτσχάιμερ, οι επιστήμονες βρήκαν ότι κατά τη διάρκεια της πρώιμης και μέσης ενήλικης ζωής τους οι υγιείς ηλικιωμένοι ασχολούνταν με περισσότερες νοητικές δραστηριότητες και για περισσότερο χρόνο σε σχέση με αυτούς που τελικά ανέπτυξαν νόσο Aλτσχάιμερ.

Πολλές έρευνες υποστηρίζουν ακόμη ότι η άσκηση της μνήμης και των άλλων νοητικών λειτουργιών βελτιώνει πραγματικά τις γνωστικές ικανότητες των υγιών ηλικιωμένων αλλά και των πασχόντων από ήπια νόσο Aλτσχάιμερ.

Σε μια μελέτη υγιών ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, 10 συνεδρίες άσκησης της μνήμης, του λόγου και της συνδυαστικής ικανότητας είχαν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των λειτουργιών αυτών, και το πιο σημαντικό, αυτή η βελτίωση διήρκεσε για 2 έτη μετά την ολοκλήρωση της άσκησης.

Οι ασκήσεις νοητικής ενδυνάμωσης βοηθούν ακόμα και ασθενείς που βρίσκονται στο ήπιο ή μέτριο στάδιο της άνοιας.

*Φυσική δραστηριότητα. Υπάρχουν σοβαρά στοιχεία που υποστηρίζουν ότι η σωματική άσκηση μάς προστατεύει από την άνοια.

Σε δύο πρόσφατες μελέτες σε ηλικιωμένους υποστηρίζεται η αξία της άσκησης. Στην πρώτη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου για να μετρηθεί η νοητική δραστηριότητα υγιών ενηλίκων 58-78 ετών, πριν και μετά από ένα εξάμηνο πρόγραμμα έντονης πεζοπορίας.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι εκτός από τη βελτίωση της καρδιαγγειακής κατάστασης των συμμετεχόντων βελτιώθηκε και η λειτουργία ορισμένων περιοχών του εγκεφάλου. Σε σχέση με μια ομάδα που έκανε καθιστική ζωή, οι συμμετέχοντες, μετά το εξάμηνο της πεζοπορίας, ήταν σε θέση να συγκεντρώνονται καλύτερα και να θυμούνται περισσότερες πληροφορίες.

Σε μια δεύτερη μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν τη συσχέτιση της φυσικής δραστηριότητας και της νοητικής λειτουργίας σε 6.000 υγιείς γυναίκες ηλικίας άνω των 65 ετών για μία περίοδο 8 ετών και βρήκαν ότι οι γυναίκες που ασκούνταν είχαν λιγότερες πιθανότητες να πάθουν άνοια από εκείνες οι οποίες δεν γυμνάζονταν.

Οι επιστήμονες κάνουν υποθέσεις για να εξηγήσουν γιατί η φυσική δραστηριότητα βοηθά και το μυαλό μας, εκτός από το σώμα μας.

Μία από τις υποθέσεις είναι ότι μπορεί να βελτιώνει τη ροή του αίματος προς τον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα αυτός να ανταποκρίνεται καλύτερα στις κάθε είδους δοκιμασίες και μία άλλη ότι ενεργοποιούνται κυτταρικοί μηχανισμοί που βελτιώνουν την εγκεφαλική λειτουργία.

 

Πηγή: http://www.daypress.gr